H Θεία Λειτουργία ως η σπουδαιότερη προσευχή

Ένα ερώτημα που απασχόλησε τον χριστιανικό κόσμο είναι εκείνο της ταυτότητας της Εκκλησίας. Τί
είναι η Εκκλησία; Οι Πατέρες της Εκκλησίας απέφυγαν να δώσουν έναν ορισμό. Δεν είναι τυχαίο
κάτι τέτοιο. Οι περισσότεροι ορισμοί αφορούν το μέρος της Εκκλησίας, όχι, όμως, το όλον. Αυτό το
όλον είναι το ζητούμενο. Δεν ενδιαφέρει ένας περιγραφικός ορισμός που εντοπίζει σημεία της
εκκλησιαστικής έκφρασης και πνευματικής λειτουργικότητας ενός σώματος, ενός βιώματος, αλλά
μία στοχευμένη σημείωση. Κι αυτό έρχεται και το καταφέρνει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας (14ος
αι.), τη μνήμη του οποίου η Εκκλησία τιμάει στις 20 Ιουνίου.

Ο Καβάσιλας ταυτίζει την Εκκλησία με τη Θεία Ευχαριστία. Γράφει, πως «σημαίνεται δὲ ἡ Ἐκκλησία
ἐν τοῖς μυστηρίοις». Αυτή είναι η ταυτότητα της Εκκλησίας για τον Καβάσιλα και εξαίρει την
ταυτότητα αυτή στο «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», όπου αναφέρεται διεξοδικά στο γεγονός ότι όλες οι
ακολουθίες της Εκκλησίας ήταν ενταγμένες στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ο Μητροπολίτης
Γέρων Περγάμου κ.κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, σημειώνει σε βιβλίο του πως «η Εκκλησία δεν είναι
κοσμικό γεγονός, η ταυτότητα της βρίσκεται στα Έσχατα, στη Βασιλεία του Θεού». Η αναφορά,
λοιπόν, της Θείας Ευχαριστίας βρίσκεται στην «τῶν μελλόντων κατάστασιν», κατά Μάξιμο
Ομολογητή.

Σύνολη η Θεία Ευχαριστία αποτελεί μία προσευχή του ανθρώπου προς τον Θεό. Τον παρακαλεί,
Τον ευχαριστεί, Τον ικετεύει για τον εαυτό του, τους συνανθρώπους του, την κτίση ολάκερη. Ναι, η
φύση δεν μένει εκτός του σχεδίου του Θεού και των ευχών της Θείας Λειτουργίας. Αποτελεί τον
φυσικό χώρο ανάπτυξης του ανθρώπου, μέρος της δημιουργίας του Θεού. Δεν είναι μόνο ο
άνθρωπος, δεν είναι μόνο το περιβάλλον, είναι όλα μαζί ως δημιουργήματα του Τριαδικού Θεού.

Η Θεία Λειτουργία διδάσκει ήθος. Έχει ήθος. Η προσευχητική κραυγή του σύγχρονου ανθρώπου αν
δεν συναντηθεί με το ασκητικό και λειτουργικό ήθος της Θείας Λειτουργίας, τότε οι ανησυχίες του
ανθρώπου δεν έχουν αντίκρισμα και δεν βρίσκουν αδιέξοδο. Απλά, εξακολουθεί το αδιέξοδο, ακόμη
κι αν ο άνθρωπος συμμετέχει στη Θεία Λειτουργία απαθής και βρίσκεται σε κοινωνία με τους
άλλους μέσα στον ναό. Δεν αρκεί αυτό. Χρειάζεται επανάσταση μυστηριακού χαρακτήρα,
αυτογνωσιακής διείσδυσης στον έσω άνθρωπο, εντοπισμός όλων όσων βαραίνουν την ανθρώπινη
υπόσταση από την κοινωνία με τον Θεό, προσευχή για μεταποίηση των παθών, προσευχή για
διόρθωση των λογισμών και δημιουργία εκείνης της συναντίληψης που βλέπει τον άλλον, τον κάθε
αμαρτωλό και ξένο ως εικόνα εχθρού και ως εχθρό.

Για τη σπουδαιότητα του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, γράφει ο Νικόλαος Καβάσιλας: «Τόσο
τέλειο είναι το Μυστήριο αυτό, περισσότερο από κάθε άλλο Μυστήριο, και μας οδηγεί στην ίδια την
κορυφή των αγαθών, όπου βρίσκεται και ο έσχατος σκοπός κάθε ανθρώπινης προσπάθειας. Και
τούτο, γιατί στο Μυστήριο αυτό συναντούμε τον Ίδιο τον Θεό, ο Οποίος ενώνεται μαζί μας με την
πιο τέλεια ένωση». Στέκομαι στα λόγια του Πατέρα της Εκκλησίας και σκέφτομαι τα παιδιά της
σύγχρονης εποχής που δεν γνωρίζουν περί του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Την ευθύνη την
έχουν οι γονείς. Είναι υπεύθυνοι για όσα γνωρίζουν στα παιδιά τους μέχρι το σημείο της
δεκτικότητας ή της απόρριψης. Τα παιδιά γνωρίζουν το πρόσωπο του Χριστού;

Γνωρίζουν γιατί ο πιστός αισθάνεται την ανάγκη του εκκλησιασμού, του αγιασμού της ύπαρξης του;
Γνωρίζουν τι σημαίνει η Θεία Ευχαριστία; Γνωρίζουν πως να κοινωνούν; Πώς να συμπεριφέρονται
εντός του ναού; Ποιο είναι το όφελος από τον εκκλησιασμό; Να γνωρίσουμε στα παιδιά το
πρόσωπο του Χριστού, την εξομολόγηση, τη μετάνοια, τη Θεία Ευχαριστία και πως όλα αυτά
λειτουργούν (όχι με μαγικό τρόπο) στην πνευματική διαμόρφωση του χαρακτήρα και στην εξύψωση
του προσώπου, στον αγιασμό του, στην κοινωνία του με τους άλλους ως εικόνες Θεού.

Η Εκκλησία δεν ζει στο παρελθόν αλλά ζει για την αλήθεια των πραγμάτων, στη Βασιλεία του
Θεού. Δεν προέρχεται από τον κόσμο τούτο. Δεν δραπετεύει, όμως, κι απ’ αυτόν τον κόσμο.
Χρειάζεται να φέρουμε τον Νικόλαο Καβάσιλα από τον 14ο αιώνα στη σύγχρονη εποχή και
κοινωνία. Να φέρουμε τους Πατέρες στην εποχή μας. Εμείς, απεναντίας, τους καθηλώσαμε στο
ιδεατό χθες, τους αφήσαμε απείραχτους, εκεί για να μας θυμίζουν ότι κάποτε το εκκλησιαστικό
παρελθόν υπήρξε λαμπρότερο. Τους μετατρέψαμε σε «αρχαιολογικούς θησαυρούς, που τους
φυλάσσουμε στο μουσείο, χωρίς να τους αφήνουμε να μιλήσουν την γλώσσα της εποχής μας»,
όπως πολύ σοφά θα γράψει ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ.κ. Ιωάννης. Και να τους
γνωρίσουμε στα παιδιά. Με ελευθερία, αγάπη, διάκριση.

Ίσως να βρουν κάτι πιο γνήσιο στους Πατέρες, απ’ ότι βρήκαν σ’ εμάς. Ίσως και να μάθουν να
ελκύονται από το πρόσωπο του Νυμφίου, να προσεύχονται, να εξομολογούνται, να εκκλησιάζονται
με αγνότερα κριτήρια απ’ ό,τι εμείς. Και ίσως, όλα αυτά τα ίσως να γίνουν συνάντηση, αποδοχή,
κοινωνία.